Εκχωρούνται οι προστατευόμενες περιοχές στο υπουργείο Ανάπτυξης;

0

Με το νομοσχέδιο για τις δημόσιες συμβάσεις, του οποίου η επεξεργασία ξεκίνησε την Πέμπτη στη Βουλή, φαίνεται ότι ο σχεδιασμός για τις προστατευόμενες περιοχές εκχωρείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος στο Υπουργείο Ανάπτυξης.

Τι ακριβώς προβλέπει το άρθρο 219; Προβλέπει ότι κατά τον σχεδιασμό «ήπιων αναπτυξιακών έργων δημοσίου ενδιαφέροντος» εντός μίας προστατευόμενης περιοχές δύναται, να οριστεί μία υπο-περιοχή προστασίας, ανεξάρτητα από τον σχεδιασμό για το σύνολο της περιοχής. Για να οριστεί αυτή η περιοχή εκπονείται μία ειδική περιβαλλοντική μελέτη από τον επενδυτή και απαιτείται η έκδοση προεδρικού διατάγματος.

Ωστόσο, το παράδοξο είναι ότι αυτή την περίοδο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υλοποιεί ειδικές περιβαλλοντικές μελέτες (ΕΠΜ), οι οποίες θα οδηγήσουν σε προεδρικά διατάγματα για όλες τις περιοχές Natura 2000 της χώρας. Μάλιστα, ο πρόσφατος νόμος Χατζηδάκη αναθεώρησε τις σχετικές διαδικασίες, προτάσσοντας την ανάγκη ομογενοποιημένης προσέγγισης για τον χαρακτηρισμό και τη ζωνοποίηση των περιοχών.

Επιπλέον, χωρίς να ορίζονται πουθενά ποια είναι αυτά τα «ήπια αναπτυξιακά έργα», τα οποία θεωρούνται (από ποιον;) ως «δημοσίου ενδιαφέροντος», η πολιτεία, όχι μόνο επιτρέπει, αλλά στην πραγματικότητα ενθαρρύνει τον κάθε επενδυτή να ορίσει την περιβαλλοντική πολιτική, βάσει των δικών του απαιτήσεων.

Μάλιστα, δεσμεύεται από τα συμπεράσματα του, καθώς οι επιμέρους μελέτες πρέπει υποχρεωτικά να συμπεριληφθούν στις συνολικές ΕΠΜ που ήδη εκπονούνται. Με άλλα λόγια, με αυτό το άρθρο αντί οι ΕΠΜ να θέσουν το πλαίσιο βάσει του οποίου θα επιλέγονται οι αναπτυξιακές δραστηριότητες σε μία προστατευόμενη περιοχή με κύριο κριτήριο τη διαφύλαξη των απειλούμενων ειδών και πολύτιμων στοιχείων της φύσης, θα έχουν ως κύρια αποστολή τη διατήρηση των επενδύσεων.

Οι ΕΠΜ στο τέλος τι θα κάνουν; Συρραφή των ΕΠΜ των επενδυτών; Αυτό είναι συγκροτημένη πολιτική για τις προστατευόμενες περιοχές;

Η πρόσφατη αξιολόγηση του Green Tank για την πορεία υλοποίησης της Εθνικής Στρατηγικής για τη Βιοποικιλότητα ανέδειξε ότι ακόμα και στους στόχους που συνδέονται με τη διατήρηση της βιοποικιλότητας – μεταξύ των οποίων και εκείνοι για τις προστατευόμενες περιοχές – η πρόοδος που σημειώνεται είναι μερική.

Η καταδίκη της Ελλάδας από το ευρωπαϊκό δικαστήριο, για την ανεπαρκή προστασία των περιοχών Natura 2000 αποδεικνύει περίτρανα ότι η Ελλάδα έχει μείνει πίσω στη διατήρηση της φύσης.

Αντί να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια να επισπευστούν οι ΕΠΜ και να ολοκληρωθεί ο χαρακτηρισμός και η ζωνοποίηση των προστατευόμενων περιοχών και να αξιοποιηθούν για αυτό τον σκοπό όλα τα διαθέσιμα μέσα και πόροι, η πολιτεία καταφεύγει στη λογική των παρεκκλίσεων και των ειδικών καθεστώτων αποποιούμενη την ευθύνη της.

Με κάθε διάταξη που καθιερώνει παρεκκλίσεις για λόγους δημοσίου ενδιαφέροντος χάνεται ολοένα και περισσότερο η έννοια του δημοσίου ενδιαφέροντος. Η προστασία της φύσης και η διατήρηση ειδών και οικοτόπων δεν περιλαμβάνονται στο δημόσιο ενδιαφέρον; Οι οικοσυστημικές υπηρεσίες; Η δημιουργία ενός ισχυρού προστατευτικού πλαισίου για την φύση ως προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη επενδύσεων;

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι έτσι προωθούνται οι επενδύσεις. Αλλά ούτε κι αυτό επιτυγχάνεται όταν προστίθενται χρονοβόρες και αλληλοσυγκρουόμενες διαδικασίες, επιπλέον κόστος και αβεβαιότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πέρα από τις ΕΠΜ, ο επενδυτής πρέπει να εκπονήσει και Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και να αναμένει τη γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξικών Θεμάτων.

Επίσης, οι υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος επιβαρύνονται με την αξιολόγηση επιπλέον μελετών, χωρίς μάλιστα να έχουν τη συνολική εικόνα. Ακόμα βασικότερο όμως, στις προστατευόμενες περιοχές, οι επενδύσεις που επιλέγονται πρέπει να είναι συμβατές με τη διατήρηση των χαρακτηριστικών της κάθε περιοχής.

Στην εποχή της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, όπου η διατήρηση της βιοποικιλότητας αποτελεί κεντρικό πυλώνα της αναπτυξιακής στρατηγικής της Ευρώπης, η Ελλάδα, αντί να αξιοποιήσει τον φυσικό της πλούτο ως συγκριτικό πλεονέκτημα, προτιμά να τον υποτιμήσει, με πρόσχημα την ανάπτυξη των επενδύσεων. Αυτό μόνο σε υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος μπορεί να οδηγήσει αλλά και σε αβέβαιο περιβάλλον για τις ίδιες τις επενδύσεις.

Είναι πράγματι αυτή η πρόθεση της κυβέρνησης; Είναι αυτή συμβατή με τις πρόσφατες δηλώσεις του ίδιου του Πρωθυπουργού θέτει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας ως βασική προτεραιότητα; Άραγε αυτή την μέθοδο αποφάσισε η πολιτεία να ακολουθήσει για την ώσμωση μεταξύ των τομέων του φυσικού περιβάλλοντος και της ανάπτυξης επενδύσεων; Να αφήσει τον κάθε «επενδυτή» να ασκήσει περιβαλλοντική πολιτική βάσει των δικών του απαιτήσεων;

Ιόλη Χριστοπούλου, Διευθύντρια πολιτικής, The Green Tank

Πηγή: tovima

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.

X